Ο Άλλος Είναι Άλλος: η ετερότητα στη συσχέτιση
Τι περιορισμούς και δυνατότητες γεννά η ετερότητα του Άλλου.
Ο άλλος είναι άλλος.
Κι αφού είναι άλλος:
Έρχεται από μια δική του ιστορία.
Με το δικό του υλικό.
Σκέφτεται τα δικά του.
Αισθάνεται τα δικά του.
Έχει τις δικές του ανάγκες.
Κάνει τις δικές του αξιολογήσεις.
Έχει τις δικές του προτιμήσεις.
Πώς προσεγγίζουμε αυτόν τον άλλον;
Τι να περιμένουμε από αυτόν τον άλλον;
Πώς ισορροπούμε τις ανάγκες μας με αυτόν;
Μιλάμε για την “ετερότητα του Άλλου”.
Τον όρο δανειζόμαστε από τον Γάλλο φιλόσοφο Emmanuel Levinas, ο οποίος τον ανέλυσε σε μεγάλο βάθος, τοποθετώντας τον στο επίκεντρο της ηθικής φιλοσοφίας του. Εδώ τον χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε συνολικά τις ποιότητες ενός άλλου ατόμου που το κάνουν μοναδικό, διακριτό, διαφορετικό από εμάς, εν πολλοίς μη κατηγοριοποιήσιμο, ένα Πρόσωπο (κατά τον Carl Rogers), το οποίο βρίσκεται πέρα από την αντανάκλασή μας, τα στερεότυπά μας, τις προσδοκίες μας, τις φαντασιώσεις μας.
Θα επιχειρήσουμε να δούμε πρακτικά πώς η επίγνωση αυτών των ποιοτήτων επηρεάζει τη διαπροσωπική συμπεριφορά.
Διότι η επικοινωνία και η συσχέτιση αναζητούν μεν ομοιότητες και συμβατότητες, αλλά περνούν απαραιτήτως μέσα από τη διαρκή αναγνώριση αυτής της ετερότητας και όλων όσα συνεπάγεται.
Η επίγνωση ότι ο άλλος είναι άλλος οδηγεί σε διαπιστώσεις καθοριστικές για το πώς στεκόμαστε απέναντί του και πώς τον αναπαριστούμε μέσα μας:
Δεν περιμένω να είναι μέσα στο μυαλό μου. Να καταλαβαίνει πάντα ό,τι καταλαβαίνω, να ξέρει ό,τι ξέρω, να βλέπει ό,τι βλέπω. Άρα χρειάζεται να εξηγώ καμιά φορά, να επικοινωνώ τα συναισθήματά μου και τις συνέπειες που έχει κάτι για μένα, να οριοθετώ. Χρειάζεται επίσης να παραμένω προσβάσιμος στις δικές του απορίες ή καμιά φορά αγωνίες, γύρω από το τι σκέφτομαι, αισθάνομαι και θέλω. Διότι τα κενά πληροφορίας γεμίζουν πολύ εύκολα με υποθέσεις και παρερμηνείες. (Αναγνώριση της ετερότητας και του βάρους του καθενός μας για επικοινωνία, για συνάντηση, για διαθεσιμότητα.)
Δεν αναλαμβάνω εξ ορισμού την ευθύνη για τα συναισθήματά του. Αναλαμβάνω μόνο την ευθύνη για τη συμπεριφορά μου και τα αποτελέσματά της διαπροσωπικά και κοινωνικά. Η οποία ναι, μπορεί να προκαλεί συναισθήματα στους άλλους, μπορεί όμως τα τελευταία να είναι ανεξάρτητα από αυτήν ή με αφορμή αυτήν. (Αναγνώριση της ζώνης ευθύνης του καθενός.)
Δεν προσπαθώ να ελέγξω το πώς είναι ο άλλος, έτσι ώστε να με βολεύει ή να αισθανθώ ασφαλής. Επικοινωνώ, περιγράφω, διαπραγματεύομαι, αλλά δεν προσπαθώ να ελέγξω. (Αναγνώριση της αυτονομίας του καθενός και της ζώνης ελέγχου μου.)
Προσπαθώ να προσεγγίσω και να καταλάβω τον άλλον ως άλλον. Στον δικό του κόσμο, με το δικό του πρίσμα, με τον δικό του πολύ προσωπικό συνδυασμό αναγκών, ικανοτήτων, βιωμάτων, ευαισθησιών. Χωρίς να απαιτείται κατ’ αρχήν να ταυτιστώ ή να συμφωνήσω με αυτά (αφήνω όμως να βαρύνουν και να με επηρεάσουν όσο τους αναλογεί, ως αυτόνομο διαφορετικό υλικό). (Ενσυναίσθηση.)
Ανάλογα με τον βαθμό οικειότητας, δημιουργούμε με τον άλλον (για τον οποίο κι εγώ είμαι άλλος) έναν ενδιάμεσο, διυποκειμενικό, κοινό χώρο, ο οποίος θέλει συνεχή φροντίδα. Στον οποίο αναδύονται νέες, κοινές ανάγκες, νέες, συναινετικές αξιολογήσεις και προτιμήσεις, νέοι κοινοί στόχοι. Χωρίς ποτέ να χάνεται το πρόσωπο ως ιδιαίτερη μονάδα μέσα σε αυτό. (Η συσχέτιση ως νέος χώρος ανάμεσα.)
Αφήνω τον εαυτό μου να αλλάζει (να επηρεάζει, να μετακινεί) τον άλλον ελεύθερα και να αλλάζει από τον άλλον, επίσης ελεύθερα. Δε φοβάμαι τις αλλαγές (είναι το ζητούμενο σε μια συσχέτιση). Δεν επιβάλλω όμως και δεν αναγκάζομαι. Το “ελεύθερα” δε σημαίνει απαραίτητα χωρίς τριβές ή χωρίς διεκδικήσεις. Σημαίνει όμως οπωσδήποτε χωρίς προσπάθειες εξουσίασης και αντικειμενοποίησης/αποπροσωποποίησης του άλλου. Σημαίνει εν τέλει συνειδητή επιλογή, επειδή αξίζει. (Η αλλαγή ως συνειδητή και ελεύθερη πράξη.)
Αναγνωρίζω ότι η ετερότητα του άλλου αναπόφευκτα σημαίνει ότι πάντα θα υπάρχει έδαφος αδιευκρίνιστο, ανεξερεύνητο (ακόμα και από τον ίδιο), χωρίς αυτό να αίρει την εγγύτητα. (Συμφιλίωση με την αβεβαιότητα της ετερότητας.)
Αποδέχομαι ότι η ετερότητα δεν μπορεί πάντα να γεφυρώνεται. Δε χρειάζεται πάντα να γεφυρώνεται (καμιά φορά δεν πρέπει κιόλας, διότι θα είχε υψηλό τίμημα). Αν μας αφορά κατ’ αρχήν ο άλλος, έχει νόημα η απόπειρα συνάντησης. Καμιά φορά όμως θα παραμείνει μέχρι τέλους “ξένος” (ή θα προκύψει τέτοιος). Κι είναι ΟΚ. (Αποδοχή της ανυπέρβλητης ετερότητας.)
Μερικές πρακτικές αναγωγές:
Για να συνδεόμαστε, δε χρειάζεται να είμαστε ίδιοι. (Χρειάζεται σε κάποια να βλέπουμε τα πράγματα ίδια, σε κάποια να τα βρίσκουμε με αμοιβαίες υποχωρήσεις, αλλά σε κάποια μπορούμε να διαφωνούμε εσαεί.)
Για να μη συνδεόμαστε με έναν άλλον ή για να αποσυνδεόμαστε (όταν υπήρξαμε συνδεδεμένοι), δε χρειάζεται πάντα κάποιος να βγαίνει “ο κακός” ή “ο λάθος”. (Συχνά μόνη επαρκής αιτία είναι η ετερότητα).
Για να υπάρχει αγάπη, δε χρειάζεται να εξαλειφθεί οποιαδήποτε διαφωνία ή δυσαρέσκεια. (Μόνο οι σοβαρές, που αφορούν θεμελιώδεις συνιστώσες της συμπόρευσής μας.)
Για να επιλέξουμε κάτι, δε χρειάζεται να μην προκαλεί κανένα αρνητικό συναίσθημα στον άλλον. (Η συνύπαρξη έχει τίμημα και είναι ΟΚ, όταν είναι ανεκτό.)
Για να μας κάνει παρέα ο άλλος σε κάτι, δε χρειάζεται να το αξιολογεί και να αισθάνεται ακριβώς όπως εμείς. (Σεβόμαστε την ετερότητά του, τιμάμε ότι το κάνει παρ’ ολ’ αυτά.)
Για να λειτουργώ αυθεντικά σε μια συσχέτιση, δε χρειάζεται να “ξεφορτώνω” τα πάντα και οποτεδήποτε στον άλλον. Αφουγκράζομαι πρώτα τη συγκυρία και τα σήματα που δίνει. (Διότι, αν το έκανα χωρίς αυτό, θα ξεχνούσα ότι είναι άλλος, με τις δικές του αντοχές, τις δικές του ανάγκες, τα δικά του όρια.)
Για να νιώθουμε ότι αγαπιόμαστε, δεν χρειάζεται ο άλλος να επικοινωνεί την αγάπη του με τον ίδιο με εμάς τρόπο. (Χρειάζεται όμως να την επικοινωνεί με κάποιον αισθητό τρόπο.)
Για να καταλαβαινόμαστε, δεν απαιτείται οπωσδήποτε να αίρεται κάθε ασάφεια. Ομοίως, για να εμπιστευόμαστε, δεν απαιτείται οπωσδήποτε να γνωρίζουμε κάθε πτυχή του μυαλού του άλλου. (Διότι, εν τέλει, ως άλλος, θα παραμένει μια terra incognita ως ένα σημείο, ιδανικά προς περαιτέρω ανακάλυψη.)
Ναι, έχει κούραση αυτή η ετερότητα του Άλλου. Συνεπάγεται προσπάθεια, αυτοσυγκράτηση, περισυλλογή.
Αλλά μόνο έτσι η συσχέτιση είναι γνήσια συσχέτιση, ένα συνείναι (Being-With/Mitsein), μόνο έτσι μας πλουτίζει με το καλωσόρισμα ενός νέου, διαφορετικού κόσμου. Κι ίσως μόνο έτσι σφυρηλατείται, ώστε να αντέχει.

