Να εξηγήσω ή να μην εξηγήσω;
Οι εξηγήσεις ως σχεσιακή πράξη.
Να εξηγήσω ή να μην εξηγήσω;
Ή και πόσο να εξηγήσω;
⠀
Εξαρτάται.
⠀
Κάποιοι ζητούν να εξηγήσεις για να καταλάβουν.
Φαίνονται από το ότι παραμένουν ανοικτοί σε ό,τι λες, έχουν ειλικρινή περιέργεια για την οπτική σου, κρατούν χώρο για τα συναισθήματά σου, διατυπώνουν ερωτήσεις, σταματούν, σκέφτονται, προβληματίζονται, αναγνωρίζουν. Αξιοποιούν τις νέες πληροφορίες, επανεπεξεργάζονται και μετακινούνται.
⠀
Κάποιοι ζητούν να εξηγήσεις για να ψάξουν μέσα στις εξηγήσεις σου “το ευάλωτο σημείο στα τείχη”, να βρουν από πού μπορούν να επιτεθούν για να γκρεμίσουν τη στάση σου γιατί κάπου τους ξεβολεύει. Ίσως χαλάει δικές τους αποφάσεις ή ισορροπίες, ίσως τους δημιουργεί γνωστική ή ηθική ασυμφωνία (εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που ακούν κι αυτό που πίστευαν ή έπρατταν ως τώρα ή που θέλουν να πιστεύουν ή να πράττουν), ίσως τους γεννά τύψεις ή ευθύνη, βάρος.
Φαίνονται από το ότι για κάθε τι που λες ψάχνουν τον αντίλογο, σαν φανατικοί δικηγόροι της άλλης πλευράς. Κάθε τι που λες το αμφισβητούν, το απομονώνουν, το στρεβλώνουν. Διότι έχουν προαποφασίσει πώς πρέπει να λήξει αυτό, ποια δική τους στάση πρέπει να επιβιώσει.
⠀
Και κάποιοι δε θέλουν να εξηγήσεις, για να μην αναγκαστούν να δουν ό,τι συστηματικά αποφεύγουν. Διότι δεν έχουν εργαλεία ή το σθένος ή την υπευθυνότητα να το χειριστούν.
⠀
Οι εξηγήσεις στην πρώτη περίπτωση είναι (επανα)σύνδεση, συρρύθμιση (co-regulation), ανταλλαγή, συσχέτιση. Αποκαθιστούν, επιβεβαιώνουν ή δημιουργούν το πρώτον σχεσιακό χώρο.
⠀
Οι εξηγήσεις στη δεύτερη περίπτωση είναι μια κουραστική πάλη με τις άμυνες, με την προκατάληψη, με το gaslighting, με ένα μη δεκτικό περιβάλλον που έχει σαν επίκεντρο τις διεργασίες του άλλου.
⠀
Οι εξηγήσεις στην τρίτη περίπτωση είναι ματαιότητα, διότι λείπει η βούληση για σύνδεση. Χρειάζονται δύο, κι εδώ δεν υπάρχουν.
⠀
Οι διαφορετικές αυτές αντιδράσεις δεν περιγράφουν απαραίτητα διαφορετικούς ανθρωπότυπους. Όλοι μπορεί να είμαστε το ένα ή το άλλο ανάλογα με την κατάσταση (αφορμή για αναστοχασμό). Περιγράφουν στάσεις, είτε βοηθητικές, είτε περιοριστικές, είτε και απαγορευτικές για να λάβουν χώρα και να αποδώσουν οι εξηγήσεις. Έμμεσα περιγράφουν και τις προϋποθέσεις.
⠀
Οι εξηγήσεις, λοιπόν, απαιτούν:
σταθερή κι ανθεκτική βούληση για σύνδεση, άρα και για αμοιβαία κατανόηση - ένα αντιληπτό “με νοιάζει να (σε) καταλάβω”,
επίγνωση της ετερότητας, ότι δε χρειάζεται να βιώνουμε/πιστεύουμε/έχουμε ανάγκη ακριβώς τα ίδια με τον άλλον - ένα δεκτικό “ξέρω ότι σε κάποια πράγματα λειτουργούμε διαφορετικά και είναι ΟΚ”,
γνωστική ευελιξία, δεκτικότητα και ικανότητα για μετακίνηση, για αλλαγή στάσεων - ένα θαρραλέο “είμαι έτοιμος να ξεβολευτώ και να το δω αλλιώς”,
ανοχή στο να κρατάμε για λίγο αντιφατικές πεποιθήσεις - ένα ρεαλιστικό “με μπερδεύει για λίγο, διότι νιώθω αντιφατικά πράγματα, αλλά το αντέχω”,
ικανότητα επεξεργασίας, σύνθεσης ή ιεράρχησης αυτών των αντιφατικών πεποιθήσεων, με βάση σταθερά κριτήρια, τις ανάγκες, τις αρχές και τις αξίες μας - ένα πιο περίπλοκο αλλά αποδοτικό “τι ανάγκες έχω; τι είναι πιο σημαντικό; τι αξίες προκρίνω; τι άνθρωπος θέλω να είμαι; τι σχέσεις θέλω να έχω; πώς θέλω να λειτουργούν οι άνθρωποι; τι θέλω για το μέλλον;”,
επαρκή αυτορρύθμιση πάνω σε ό,τι δικό μας αναδύεται κατά τη διαδικασία - ένα υπεύθυνο “νιώθω και δικά μου, αλλά έλα να προσπαθήσω να αφήσω χώρο και για άλλα”.
⠀
Έτσι, τότε, οι εξηγήσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως σχεσιακή πράξη σε ένα σχεσιακό περιβάλλον.
Σχετικά κείμενα:




